Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

Ioannis Psicharis · Chapitre 2 sur 27

Pages du PDF

Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

Προλογος Η Μιση Γλωσσα. — Ο Κολοκοτρωνης. — Προσωπικα. — Ομορφια… Κι Αηδια. — Τεχνητη. — Φιλος Στενος. — Η Ρωμιοσυνη.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

 

Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ. — Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. — ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ. — ΟΜΟΡΦΙΑ… ΚΙ ΑΗΔΙΑ. — ΤΕΧΝΗΤΗ. — ΦΙΛΟΣ ΣΤΕΝΟΣ. — Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

 

Α

 

Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ.

Όταν πήρα να μαζώξω δώθε κείθε όσα είχα δημοσιεμένα είτε σε περιοδικά, είτε σε φημερίδες, και που τα ξανατυπώνω σήμερις με τη χρονολογική τους τη σειρά· όταν τα ξαναδιάβασα κ' έβαλα στο καθένα κι από μια σημείωση, όταν από το πρώτο που έγραψα ίσια με το στερνό, τα κοίταξα ένα ένα, δεν μπόρεσα να μην απορήσω, βλέποντας πώς και με τι τρόπο άλλαξε το ζήτημα το γλωσσικό από τα 1888 ως τα 1901. Τότες πολεμούσαμε τους δασκάλους, γιατί όλοι τους είτανε δασκάλοι· τώρα πολεμούμε κάτι μισοδασκάλους — ή δασκαλάκια. Τότες πολεμούσαμε την καθαρέβουσα· τώρα πολεμούμε τη μισοκαθαρέβουσα. Τότες πολεμούσαμε μια γλώσσα που ήθελε κάτι να φανή· τώρα πολεμούμε μια γλώσσα που δε θέλει τίποτα να είναι. Τότες πολεμούσαμε μια γραμματική που γύρεβε να μας φέρη πίσω ίσα με του Ξενοφώντα το τυπικό· τώρα πολεμούμε μια γραμματική που μήτε ομπρός λέει να πάη μήτε πίσω, παρά στέκεται αγράμματη στον αέρα. Τότες πολεμούσαμε πεθαμμένους· τώρα πολεμούμε τους αγέννητους.

Και να πούμε την αλήθεια, είχε κάποιο μεγαλείο του Κόντου η αρχή να ξαναττικίση την Ελλάδα. Σήμερις όμως βλέπω και καμιάν αρχή δε θέλουν· «Εμείς, λέει, νακούσουμε λόγο; Για ποιους μας παίρνεις; Εμείς είμαστε ποιητάδες και γράφουμε όπως μας κατεβή, χωρίς λόγο κανένα!» Κ' έτσι βγήκε στη μέση και κοντέβει να γίνη της μόδας μια κάποια μισή γλώσσα, που αρέσει πολύ σε κείνους που τη γράφουνε.

Η μισή γλώσσα τι πράμα είναι ωςτόσο; Για να δούμε.

Η μισή γλώσσα είναι γλώσσα που της έβγαλαν κι άλλο ένα όνομα· τη λένε πως είναι απλή · γιατί τάχα; Γιατί ανακατώνει πολλές γλώσσες, δηλαδή γιατί γραμματική δεν έχει — και πώς να μην είναι απλή, αφού είναι κι ακανόνιστη; Μάλιστα θα σου πούνε πως είναι σωστή αηδία η γραμματική. Ανυπόφορο πράμα, δυσάρεστο, σιχαμένο. Δεν τον αφίνετε ήσυχο τον ποιητή; Στον κόσμο τον πολιτισμένο, στην Εβρώπη, ο ποιητής, ένας Ηugo, ένας Renan, ησυχία δεν έχουνε αν άξαφνα τους περάση υποψία πως κάπου, σε μιαν αράδα, σε μια λέξη, σε μια συλλαβή, τους ξέφυγε κανένα λάθος, πως τάχα δεν έγραψαν τη γλώσσα τους αχάλαστα κι αλάθεφτα, προσέχοντας ως και στον πιο μικρό κανόνα της γραμματικής. Τι μουρλοί και τι ζαβοί! Δε ρωτούσανε καλήτερα τον ποιητή το Ρωμιό; Αφτός, ησυχία του είναι να μην προσέχη σε τίποτις, ο λυρισμός του, η ποίησή του, το ύψος του είναι να βάζη μια λέξη αρχαία κοντά σε μια δημοτική, έναν τύπο δημοτικό πλάγι πλάγι μ' έναν αττικό τύπο, κάποτε το ίδιο να μας το λέη όπως το λέει ο δάσκαλος, κάποτε πάλε όπως το λέει ο λαός. Χαρά του νανακατέβη καθαρέβουσα και δημοτική. Και τέτοια είναι η μισή γλώσσα.

Πολύ ωραία, πολύ κατάβαθα ψυχολόγησαν το Ρωμιό, και γεια τους, όσοι πήγαν και μας ανακάλυψαν το λαμπρό το σύστημα της ανακατωσούρας. Δε μου λέτε, σας παρακαλώ, το ανακάτεμα με τι τρόπο θα γίνη; Πόση δημοτική θα βάζουμε και πόση καθαρέβουσα; Κανένας, εννοείται, από τους λεγάμενους δε θα ορίση το ποσό, μήτε σκοπέβει να το ορίση. Δεν είναι δουλειά του, θα σας πη. Κι αφτός ο λόγος, το κάτω κάτω — ή το άνω κάτω — τι σημαίνει; Σημαίνει πως ο καθένας θανακατέβη, όπως τύχη, όπως του φανή, όπως ξέρει — δηλαδή πως ο καθένας θα' χη σύστημα δικό του. Τι λέγαμε για τα ψυχολογικά του Ρωμιού; Ο Ρωμιός, που έχει φιλότιμο περίσσιο, θακούση άραγες ποτέ του τον έναν πιο πολύ από τον άλλονα; Ίδιοι τους αφτοί θακούγουνται αναμεταξύ τους; Ο Θεός φυλάξη! Κοιτάζουν τα πρόσωπα, στα πρόσωπα προσέχουνε. Ο τάδες το γράφει έτσι; Αμέσως εγώ να το γράψω αλλιώς! Το λοιπόν τι βγαίνει; Βγαίνει που το μόνο σύστημα που μπορεί στην Ελλάδα να τα βγάλη πέρα, που μπορεί όλους τους Ρωμιούς μαζί να τους κάμη να είναι σύφωνοι, το μόνο είναι το απρόσωπο σύστημα, είναι η γραμματική, είναι η γλώσσα του λαού.

Φοβούμαι μήπως κ' οι ανυπόταχτοι, ανεξάρτητοι, μεγαλόφρονοί μας ποιητάδες, που ζυγό δε θέλουνε κι αποτινάζουν τη γραμματική, δεν κατάλαβαν ακόμη τι θα πη αληθινή λεφτεριά. Το βάρος, ο ζυγός κ' η σκλαβιά μου φαίνουνται αφτά που γυρέβουνε του λόγου τους, δηλαδή να βάλουνε τους άλλους και τον εαφτό τους να υποταχτούνε στη φαντασία ενός και μόνου. Η καθαφτό ανεξαρτησία είναι ανώνυμη, σαν το λαό. Δεν ακούς κανέναν, όταν τους ακούς όλους, κ' είναι μάλιστα σα να μην τους άκουες μήτε δάφτους, αφού ακούς και τον εαφτό σου, αφού μέσα σ' όλους είσαι κι ο ίδιος, είσαι και συ λαός.

Μα δεν πιστέβω η μισή γλώσσα να τα στοχάστηκε αφτά, μήτε να βγήκε στους δρόμους να φωνάζη από τόσο μεγάλο έρωτα για την ανεξαρτησία. Θάχη άλλους λόγους, τόσο σπουδαίους μάλιστα που μπορεί περίφημα να βαστάξη ακόμα χρόνια, να κάμη και κάμποσους οπαδούς, γιατί θαρρώ πως βασίζεται η μισή γλώσσα σε βάση ακλόνιστη, τουλάχιστο σε βάση που ο σημερνός Ρωμιός τη σέβεται και δεν τολμάει να τη χαλάση, θέλω να πω την τεμπελιά. Κι αν προτιμάτε αδουλεψιά να την πήτε, δε με πειράζει, γιατί το ίδιο πέφτει. Ζήτημα δεν είναι, πως το βρίσκει ο καθένας πολύ πιο έφκολο να πετάη στο χαρτί ό τι του κατέβη, μα δημοτική, μα καθαρέβουσα, δίχως να ψάχνη, δίχως να ιδρώνη. Γιατί πάλε κι ο τόσος κόπος; Ελάτε να το ρίξουμε όξω. Δε βλέπετε, καλέ, πως τάχουμε όλα έτοιμα; Τι αγαπάτε, να σας το σερβίρω: Ξενισμούς; Ορίστε! Άλλο τίποτα! Μα κάλλια θέλετε ίσως κ' έναν αττικισμό; Αμέσως! Τι λέτε πάλε να σας έδινα έτσι κανένα χουζουρεμένονε μισοδασκαλισμοδημοτικοκαθαρεβισμό; Φέρ' το αφτό, και μοιάζει λαμπρό πράμα. Όλα τάχει.

Το σύστημα, για να σκοτώση κανείς τη δημοτική, βέβαια πως είναι πρώτης. Καλήτερο δεν υπάρχει. Όσο δεν προσπαθείς, σαν πιάνεις την πέννα στο χέρι, να συλλογέσαι ρωμαίικα, γιατί αφτός είναι ο κόμπος, κι όχι να τα γράφης μονάχα, όσο δεν πασκίζεις να τα πης ρωμαίικα, φυσικά κι ο νους σου θα ξενίζη κ' η ψυχή σου, ώςπου να ξενίσης ή να ξυνίσης κι ο ίδιος. — «Αι! καλά! Τι με κόφτει; Ο κόσμος είναι μεγάλος. Μήπως θα μείνω στην τρύπα μου κρυμμένος, δίχως να γυρίσω να δω και τι γίνεται στην οικουμένη; Ας ξενίσω, αν ξενίζοντας ο νους μου ξανοίγει, αν η ψυχή μου πολλαπλασιάζεται και πάει!» Μα τότες έχω και γω κάτι να σου απαντήσω, φίλε μου, που μου τα ψέλνεις. «Εμένα τα λες; θα σου κάμω. Εγώ θα σου πω τάχα ποτέ μου πως δεν είναι αδέρφια όλοι του κόσμου οι λαοί; Μήπως δεν το ξέρουμε πως ο καθένας κάτι μαθαίνει, κάτι χαρίζει του αλλουνού; Ίσα ίσα γι' αφτό, παιδί μου, προτού να μιλής, προτού να μας κάμης τον περήφανο, θαρρώ πως πρέπει να γυρέψης να δης τι κρύβγει μέσαθέ του ο δικός σου ο λαός, που δεν το σκάλιξες ως τώρα, και τότες πια να καταλάβης αν από το λαό το δικό σου δεν μπορεί να ξανοίξη ο νους, να πολλαπλασιαστή, που λες, κ' η ψυχή των αλλωνώνε. Όσο δεν τα κοιτάζεις αφτά, δεν αδικείς το λαό σου μονάχα· τον κόσμο αλάκαιρο αδικείς!»

Και δεν είναι ζήτημα, πως ο λαός ο ρωμαίικος, και στη γλώσσα του και στην ψυχή του — το ίδιο είναι — έχει ανυπόψιαστους θησαβρούς. Εσύ όμως, ο ανεξάρτητος, εσύ ο οικουμενικός, βλέπω και θέλεις μόνο να παίρνης από τους ξένους, χωρίς να τους δίνης τίποτα. Κι αφτό θα το κάνης, γιατί δεν έπιασες να μελετήσης τι τους λείπει και τι έχεις εσύ. Μα τι κάθουμαι και λέω; Εσύ που όλο καφκιέσαι πως σε μέλει για γενικές μεγάλες ιδέες, για γενικές λαμπροφάνταχτες ψυχολογίες, δεν το συλλογίστηκες να ξετάσης τι πράμα είναι μήτε τα περίφημα τα γενικά σου αφτά, που χάνεις το νου σου για δάφτα. Ιδέες και ψυχολογίες γιόμισες και τα μυαλά σου και τα χαρτιά σου. Τις λέξες όμως που κάθε μέρα τις λες — ή που σε ξένα βιβλία τις διαβάζεις, τις πιο κοινές λέξες, τις πιο συνηθισμένες, δεν κόπιασες να ξεδιαλίσης το νόημα τους. Ωςτόσο ποιος δεν παρατήρησε ή δε βρέθηκε σε θέση να παρατηρήση τι χοντρά, τι βάρβαρα, τι χυδαία κάθε γλώσσα μας παρασταίνει όσα νοιώθει η αθρώπινη καρδιά; Όπως για να πούμε τα χρώματα, έτσι για να πούμε και τα αιστήματα, δεν έχουμε παρά φτωχές κακορίζικες λέξες. Ξέρουμε, λόγου χάρη, πράσινο και μαβί . Μα πόσα πράσινα είναι, που λέξη δε βρίσκουμε να τα ζουγραφίσουμε; Κοιτάξτε πόσα είναι τα δέντρα και πόσες οι πρασινάδες!Μα κοιτάξτε και χρωματιές, πόσες αποχρωματιές θέλει και πόσες ξεχρωματιές, για να πάη απαρατήρητα το μάτι μας από το πράσινο στο μαβί! Αμέ, για να πάη άνοιωθα κ' η ψυχή μας από την αγάπη στο μίσος, από το μίσος στην αγάπη, πόσες άλλες χρωματιές κι αποχρωματιές, πόσες θωριές κι αποθωριές δεν υπάρχουνε, που μήτε τις υποψιάζεται η γλώσσα; Τι είναι το μίσος και που αρχίζει; Άξαφνα, σε απλή, σε ήσυχη κουβέντα, μ' ένα φίλο, ή και με την κόρη που αγαπώ, φιλονικούμε για κανένα πράμα που το κάτω κάτω μπορεί να μας είναι αδιάφορο και στους δυο μας. Δε συφωνούμε όμως. Η ασυφωνιά μας αφτή, σαν τι να είναι; Είναι πάντα φιλία; Είναι πάντα αγάπη; Αν είναι, βέβαια πως δεν είναι ολότελα η ίδια που είτανε και προτού φιλονικήσουμε, γιατί φιλονικία τι θα πη; Θα πη πως είτε πολύ είτε λίγο, εναντιώνεται ο ένας τον άλλονε. Κ' η αγάπη εναντίωση δε θέλει. Μήπως πάλε κ' είναι μίσος; Μα το μίσος το καθαφτό φτάνει σε βαθμό τέτοιο, σου εναντιώνεται τόσο και τόσο, που καταντάει πια να γίνη ενάντιο και στη ζωή σου, που γυρέβει και να σκοτώση. Δεν είναι λοιπόν ούτε αγάπη ούτε μίσος, κι ωςτόσο ένα είναι από τα δυο, ή στην αγάπη θα καταντήση ή στο μίσος, απόδειξη που αν τύχη και φιλονικήσης με κανέναν που σου είναι αδιάφορος, μπορεί από την πρώτη φιλονικία να ριζώση στην καρδιά σου ένα κάτι που κατόπι γίνεται μίσος, κι α φιλονίκησες με την κόρη που λατρέβεις, θαποξεχάσης τη φιλονικία, θαλλάξης και γνώμη, αν εκείνη δεν αλλάξη. Κι αν αλλάξης κι αν αλλάξη, δεν αλλάξατε τίποτις εσείς, τάλλαξε η αγάπη, διές όμως πώς άλλαξε κι αφτή, αφού έγινε μεγαλήτερη, κ' έγινε μεγαλήτερη, γιατί θέλησε, όσο γνωρίζεστε και πάτε, να σμίγετε περισσότερο, νάχετε σ' όλα τις ίδιες ιδέες.

Λοιπόν από την απλή φιλονικία θαρθούμε ή σε αγάπη περισσότερη ή σε περισσότερο μίσος, γιατί όπως κι αν το πάρη κανείς, το κάτω κάτω, η φιλονικία πιο πολύ μοιάζει με το μίσος παρά με την αγάπη, Κ' ίσα ίσα βλέπουμε τι ανίκανες που είναι οι λέξες. Οι λέξες μας παρασταίνουν την καρδιά, μόνο σαν έφταξε το πάθος στην άκρη του, στο μίσος ή στην αγάπη. Μα για να πάμε από το τίποτις, από τανύπαρχτο, ίσια με το μίσος, ίσια με την αγάπη, για να πάμε μάλιστα κάποτες από το μίσος στην αγάπη κι από την αγάπη στο μίσος, υπάρχουνε χίλιες και χίλιες αγάπες, μίσητα χίλια και χίλια, που όνομα δεν έχουν ως τώρα.