Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'
Β' Καποιος Κολοκοτρωνης.
Τα ονόματα ποιος θα τα βρη; Και ποιος θα πη πως εκείνος που τα βρήκε, δεν πλούτισε συνάμα και τον τόπο του και τους άλλους τόπους; Για να τα βρη όμως, πρέπει πρώτα πρώτα στη γλώσσα του να τα γυρέψη. Πώς δε γυρέβουμε στη γλώσσα τη δική μας και γι' αφτά που είπαμε και για τόσα και τόσα; Η γλώσσα η ρωμαίικη — σήμερις είναι πια και γνωστό — έχει μια δύναμη, μια εφκολία μοναδικιά, με μιαν κατάληξη, μ' ένα ζεβγάρωμα, μ' ένα προσκόλλημα, μ' ένα χαδεφτικό, να σου πλουτίση, όχι το λεξικό που τυπώνεται, μα και το ατύπωτο ακόμα λεξικό της καρδιάς μας. Κ' έτσι αμέσως ανοίγει τα μάτια της και κοιτάζει μέσα της πιο βαθιά ως κ' η αθρώπινη ψυχή σ' όλη την οικουμένη.
Μα πολύ άτοπα φιλοσοφώ, και ξέχασα πως η μισή γλώσσα μάς έβγαλε τώρα και φιλοσόφους, που τη θέλουνε μισή, γιατί έτσι, λέει, το θέλει κ' η φιλοσοφία. Εγώ λέω πάλε μήπως κ' η φιλοσοφία τους είναι μισή όσο είναι κ' η γλώσσα τους. Φαντάστηκαν πως ο άθρωπος όλος μαζί δεν είναι ένας, πως μπορείς να κουνήσης το χέρι, δίχως ο νους πρώτα πρώτα να κάμη το κίνημα του χεριού. Φαντάστηκαν πως ο ποιητής μπορεί να προσέξη στην ποίηση, να προσέξη στην ιδέα, να προσέξη στην τέχνη, να προσέξη και στη φιλοσοφία την ίδια, αν πρώτα δεν προσέξη στη γλώσσα! Κι αφτοί έρχουνται και μας μιλούνε για μια Γερμανία που μήτε την έννοιωσαν ακόμα. Κι αφτοί έρχουνται και μιλούνε για δικές τους ιδέες, που θαρρούν πως έχουνε, ας είναι ακόμα και μισές.
Αστόχαστα φτωχά κεφάλια κι αφιλοσόφητη φιλοσοφία!
Β'
ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.
Η μισή γλώσσα σε τι απάνω στηρίζεται λοιπόν, ως τώρα δεν το βλέπω. Ένα βλέπω κ' ένα ξέρω, πως κάθε λαός έχει χρέος ναληθέψη . Δε φτάνει που ζη, πρέπει κ' οι άλλοι να το δούνε και για να το δούνε, πρέπει το έθνος να φανή εκείνο που είναι, να μην περνάη σαν τόνειρο, παρά να γίνη αλήθεια, δηλαδή να κάμη αλήθεια και την ψυχή του και το νου του και τα όνειρα του, μ' ένα λόγο, ζη μόνο σαν αληθέβει. Μισή αλήθεια όμως δεν έχει. Θέλει αλήθεια γερή.
Δεν πιστέβω ούτε η μισή γλώσσα ούτε η καθαρέβουσα τέτοιο σκοπό νάχη, σκοπό να μας ξυπνήση από τον ύπνο το βαρή που κοιμάται σήμερις η ψυχή μας. Μάλιστα, να κοιτάξης την ουσία της ουσίας, θα καταλάβης πως καθαρέβουσα και μισή γλώσσα το ίδιο είναι. Ας αφήσουμε τα λόγια κι ας προσέξουμε στα πράματα. Η Ελλάδα τι είναι σήμερις; Ένα βασίλειο κ' ένας τόπος. Μήτε η καθαρέβουσα μήτε η μισή γλώσσα ονόματα δεν έχουνε να το πουν αφτό, παρά κ' οι δυο τους θα σου το πούνε με τρεις ανύπαρχτες λέξες· βασίλειον, βασιλεύς, Ελλάς.
Ας παραδεχτούμε πια πως το βασίλειον, όσο άτοπο κι αν είναι το ν , όσο κι α δεν έχει μισές αλήθειες ή μισές ψεφτιές, ας παραδεχτούμε όμως πώς ένα κακόμοιρο ν μπορεί και να μην μπη σε λογαριασμό. Τα δυο άλλα τώρα να δούμε, αρχίζοντας από το βασιλεύς . Τι λέξη είναι αφτή; Μήπως ο λαός την ξέρει; Όχι. Ο λαός το ξέρει βασιλιάς . Στην Πόλη μάλιστα έτσι λέει το Σουλτάνο. Και γιατί; Γιατί έτσι έλεγε πρώτα τον αφτοκράτορα, πριν από την άλωση. Λοιπόν είναι καθιερωμένος, ιστορικός, πατροπαράδοτος τύπος στο λαό.
Ο βασιλεύς τώρα τι ιστορικά έχει; Φτάνει κανείς νάμαθε δυο ελληνικά στο σκολειό, για να δη αμέσως πως τέτοια κατάληξη — εφς — γιατί έτσι το λένε — δεν έχει καμιά ονομαστική στην αρχαία γλώσσα, πως φ και ς πλάγι πλάγι καμιά λέξη δε μας δείχνει. Μπας και μας δείχνει αραδιαστά φ και ς σήμερις η γλώσσα μας πουθενά; Διόλου. Μήτε κατάληξη — εφς στην ονομαστική, μήτε — φς — σε καμιά λέξη δεν έχει! Κ' έτσι μήτε ελληνικό είναι μήτε ρωμαίικο. Βαρβαρισμός και στη μια γλώσσα και στην άλληνα.
Για να δούμε και την Ελλάδα. Καλήτερα δεν τα πάει. Μας την κάμανε τριτόκλιτη· η Ελλάς, της Ελλάδος, εν Ελλάδι, την Ελλάδα . Ο λαός όμως ταρχαία τα τριτόκλιτα δεν τα θέλει, αφού πρωτόκλιτα τα ξέρει. Κι αν τα ξέρει πρωτόκλιτα, θα πη πως τα τριτόκλιτα δε θα τα μάθη, και του κάκου. — «Να σου πάλε κ' οι φαντασίες του Ψυχάρη!» — Φαντασίες; Ορίστε, διαβάστε. Κάποιος, που για την Ελλάδα έκαμε κάμποσα, που την έκαμε κιόλας Ελλάδα, ο κάποιος αφτός, σαν έγινε κατόπι το βασίλειο, σα γέρασε κι ο ίδιος, θυμήθηκε τα νιάτα του, μας δηγήθηκε τον καιρό που καθότανε, λέει, κ' έκλαιγε «την Ελλάς». Ποιος θαρρείτε πως μιλεί έτσι; Κάτω, παρακαλώ, τις γραμματικές σας! Έτσι μιλεί ο Κολοκοτρώνης ο ίδιος{1}· Λοιπόν αν ένας άθρωπος σαν κι αφτόνα, δεν μπόρεσε να κλίνη τα τριτόκλιτά σας, τι κάθεστε και μου λέτε για καθαρέβουσες και μισές γλώσσες; Και μη θαρρήτε πως φταίνε τάχα τα χρόνια που ζούσε ο Κολοκοτρώνης και πώς τότες, όσο Κολοκοτρώνης κι αν είσουνα, μπορούσες πολύ καλά να κάμης τέτοιο λάθος, γιατί δεν ήξεραν πολλά γράμματα. Τίποτις! Όλα η καθαρέβουσα τα φταίει, που είναι γλώσσα νεκρή, κ' έτσι τα ίδια λάθια, ίσως μάλιστα πιο χοντρά, γίνουνται ακόμη και σήμερις, όχι μόνο στο λαό, σα μισομάθη δασκάλικους τύπους, μα και στους δασκάλους τους ίδιους, στους πιο περίφημους όπως και στη συνηθισμένη την καθαρέβουσα. Διάβασα, λ. χ., στο Νέον Άστυ (Μάρτη, 28, 1902, σελ 2, στ.5)· «ελάχιστοι θυσίαι»· στ' Αναγνώσματα του Whitney, που μετάφρασε ο κ. Χατζηδάκης και που είναι πολύ καλό βιβλίο, γράφει (σελ 549)· «ώστε να δύναται», ενώ στην ίδια σελίδα και παντού βάζει την υποταχτική· «εάν δύνωνται», σελ 549, «θα δύνηται». σελ 574, κτλ. κτλ. Πιο απάνω (σελ 470) βλέπω την ακόλουθη φράση· «. . . λαλείται υπό φυλών, αίτινες προ δύο περίπου εκατονταετηρίδων (τω 1644) καταλαβώντες την Σινικήν κατέστησαν άξιαι γενικωτέρας τινός προσοχής.» Μήτε το «Νέον Άστυ» μήτε τον κ Χατζηδάκη κατηγορούμε. Κατηγορούμε μονάχα τη γλώσσα που γράφουνε. Βέβαια πως κάνουμε και μεις λάθια στη δημοτική, τα περισσότερα όμως γιατί δε μελετήθηκε ακόμη αρκετά και γιατί μας χάλασε η καθαρέβουσα τη φυσική λαλιά μας· ωςτόσο είναι λάθια που δε θα τα κάνουμε ποτέ μας, λ. χ., να συντάξουμε αρσενικό με θηλυκό, να πούμε άξαφνα η καλός γυναίκα, όπως είδαμε να λένε αίτινες. . . καταλαβόντες, ελάχιστοι θυσίαι, δηλαδή να κάνουμε τα λάθια που όσο κι α μελετήθηκε, κάνει πάντα η καθαρέβουσα.
Να μην κατηγορούμε λοιπόν τη δημοτική, παρά να καταλάβουμε μια και καλή ως που μας κατάντησε η καθαρέβουσα κ' η μισή γλώσσα . Για να το συλλογιστούμε τώρα δίχως πάθος, ήσυχα, μάλιστα με τον πατριωτισμό που θέλει τέτοιο ζήτημα, με την αγάπη που θέλει ο λαός. Πρώτα ναποκριθήτε στο ρώτημά μου· μπορεί κάθε Γάλλος, ως κι ο πιο αγράμματος, να πη τόνομα του τόπου του, χωρίς να κάμη λάθος; Βέβαια! Μπορεί όμως κάθε Ρωμιός να πη και να κλίνη αλάθεφτα του τόπου του δικού του τόνομα; Όχι, το βλέπουμε κι από τον Κολοκοτρώνη πως δεν μπορεί. Λοιπόν τι βγαίνει; βγαίνει που το έθνος δεν έχει όνομα εθνικό. Κ' η αλήθεια είναι που χάρη στην καθαρέβουσα, σήμερις η Ελλάδα όνομα δεν έχει.
Όνομα δε θα της κάμουνε μήτε η καθαρέβουσα μήτε η μισή γλώσσα . Αν είτανε τόντις μισή , αν ίδια της καταλάβαινε τι θέλει και τι θα πη σωστός συβιβασμός, αντίς να γράφη κι αφτή, απαράλλαχτα σαν την καθαρέβουσα, Ελλάς και βασιλεύς, θα προσπαθούσε τουλάχιστο, δε λέω πια να γράφη Το ρωμαίικο , δε λέω να γράφη Ρωμιοσύνη , μα να γράφη η Ελλάδα , δε λέω να γράφη βασιλιάς , αφού δεν έχει το κουράγιο, μα τουλάχιστο να γράφη ο βασιλέας . Όσο δε γίνουν αφτά, μπορεί να γράφουν όσο θέλουνε. Τίποτα δε θα καταφέρουνε κι όλα του βρόντου.
Κ' έτσι θαρρώ πως του κάκου πολεμούνε και του κάκου γράφουνε πολλοί, που τυχαίνει κάποτε να δω τα ονόματά τους και τη μισή τους ή ανακατεμένη γλώσσα σε κάτι περιοδικά· ο Κουρτίδης, ο Βώκος, ο Καμπάνης, ο Ν. Ροντάκης — «από την Πόλι», με ι — και κάτι άλλοι. Δε λέω πια τίποτις για το Διόνυσο . Είναι τόντις σα λύσσα, ξαφρισμένη τα γραψίματά του. Πώς δε βαριέται; Αλήθεια όμως, κι αφτό μας το ξηγούνε οι γιατροί· θα κόλλησε από το Νίτσε, γιατί το ξέρουμε σήμερις πως κολλητική αρρώστια είναι κ' η τρέλλα· ο τρελλός πάλε πώς να βαρεθή; Διασκεδάζει με την τρέλλα του, μοναχός του, και μάλιστα καμαρώνει.
Παρατήρησα όμως πως κι ο Διόνυσος , και το Περιοδικό τους , και τα Παναθήναια , κάθε τόσο, τσακώνουνται, μαλλώνουνε, χτυπιούνται αναμεταξύ τους, πειράζουνται και τρώγουνται. Πολύ άδικο έχουνε. Γιατί τόσους πολέμους; Είναι όλοι τους το ίδιο. Ίσως φαντάζουνται πως αλήθεια διαφωνούνε, πως έχουν ο καθένας ιδέα δική του και δική του γνώμη. Το φαντάζουνται αφτό, γιατί όσο μεγάλη κι αν είναι η Αθήνα, ζούνε πλάγι πλάγι ο ένας με τον άλλονα, και τότες τυχαίνει πολύ έφκολα να μη βλέπουν οι αθρώποι παρά τη μύτη του γειτόνου και γι' αφτό να βασανίζουνται. Στο Παρίσι, που κάθουμαι, τα βλέπω αλλιώς τα πράματα, δηλαδή από πιο μακριά, ίσως κι από πιο αψηλά. Καλέ, είναι όλοι τους αδέρφια! Όλοι τους, ανακατεμένη γλώσσα κι ανακατεμένα μυαλά. Και να μη θαρρέψη κανένας πως το λέω από θυμό, από πείσμα. Διόλου, μα διόλου. Πολύ ήσυχα μάλιστα. Μα πώς δεν τα παίρνουνε τώρα ήσυχα κ' ίδιοι τους να τα διαβάσουν εκείνα που γράφουνε, να τα διαβάσουν, έτσι, μια μέρα, σα να διαβάζανε ξένα, σα να διαβάζανε σελίδες που δεν είναι δικές τους, που τις έγραψε άξαφνα κανένας άλλος; Και τότες, ακόμη πιο ήσυχα, να τους ρωτήξω·