Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

Ioannis Psicharis · Chapitre 5 sur 27

Pages du PDF

Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

Δ' Τεχνητη

Τι σκοπούς έχω; Όλους. Πολύ θα πήτε. Είναι όμως Ρωμαίικο, είναι κ' Ελληνικό. Τον κόσμον όλο ήθελαν οι αρχαίοι να καταλάβουν, ολόκληρο τον κόσμο και μεις καταπιανόμαστε ναδράξουμε. Αθηναίοι της Ακρόπολης κι Αθηναίοι των Πιπεριών, λατρευτές της Κόρης και λατρευτές της Παναγίας της Αθηνιώτισσας, ένα είμαστε κ' ένα θέλουμε — το ίδιο — την απόλυτη Ομορφιά.»

Πολύ ωραία το είπε ο νέος ο ποιητής, που θακουστή κατόπι τόνομά του {2}. Το είπε ο Βλαστός τόσο καλά. που του ζήτησα την άδεια ναντιγράψω αφτά του τα λόγια. Ναι! την απόλυτη ομορφιά γυρέβει κι ο αττικισμός που λάθος στην καθαρέβουσα δε θέλει. Την απόλυτη ομορφιά γυρέβουμε και μεις που θέλουμε τη γλώσσα μας ακέρια. Την απόλυτη ομορφιά έχει μέσα στην ψυχή του ο λαός, και στα χείλη του την έχει, αφού την απόλυτη ομορφιά ως κ' η γλώσσα του μας τη φανερώνει. Όχι νάρχεστε του λόγου σας, με τα μισά σας τα μυαλά, να μας μιλήτε για μισή γλώσσα, να προφασίζεστε μάλιστα ποίηση, να προφασίζεστε τρελλή, αχαλίνωτη, ακράτητη φαντασία, εμάς να το λέτε, εμάς να μας το μάθετε, ποίηση και φαντασία τι θα πη, και να φωνάζετε πως βαστάτε την Ομορφιά, βαστώντας κουρελλιασμένη κούκλα στο χέρι. Αηδία.

 

Δ'

 

ΤΕΧΝΗΤΗ

Μα, μπορεί να μας πούνε, αν καθήσης και γράψης ακέρια τη δημοτική, όπως η γραμματική της το θέλει, θα γράψης τεχνητή γλώσσα, και τότες τι καταλάβαμε;

Αφτό, οι φίλοι μας μπορούνε να μας το πουν, όχι όμως οι δασκάλοι, γιατί δεν έχουνε και το δικαίωμα. Η γλώσσα τους είναι τεχνητή από το άλφα στο ωμέγα. Λοιπόν εμείς με τους φίλους μας συζητούμε· δε συζητούμε διόλου με τους δασκάλους.

Κάθε πράμα με την ώρα του· αφτά πρέπει καμιά μέρα να ξεταστούνε σε ιδιαίτερη μελέτη, όπως ελπίζω να γίνη κατόπι, γιατί το ζήτημα θέλει προσοχή, θέλει μεθοδικά να το πιάσουμε. Μα δεν είναι πάλε και τόσο δυσκολόπιαστο, που να μην προσπαθήσουμε κι από τώρα με δυο λόγια να δείξουμε, το ζήτημα ποιο είναι.

Να το πούμε με δυο λόγια, γλώσσα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην είναι τεχνητή . Τεχνητή ως κ' η γλώσσα των παιδιώνε, σαν πρωτομαθαίνουνε να λένε ρ ή κ αντίς λ ή τ, που τους είναι πολύ πιο έφκολα. Για να πούνε ρ , χρειάζεται κόπος· σημαίνει λοιπόν πως δεν τους είναι φυσικό.

Σήμερις που η γλωσσολογία, σπουδάζοντας από πιο κοντά τα καθέκαστα, κατάλαβε πως υπάρχουνε αθρώπινες λαλιές, όσες υπάρχουνε κι αθρώποι, πως με το κάθε άτομο κ' η λαλιά θαλλάξη, αφού δεν έχουμε ο καθένας μας μήτε το ίδιο στόμα, μήτε τα ίδια δόντια, μήτε την ίδια γλώσσα κτλ., κι ωςτόσο με τη γλώσσα, με τα δόντια, με το στόμα κτλ., μορφώνουμε τους ήχους, δηλαδή τη λαλιά μας, σήμερις λοιπόν μπορεί να πούμε πως κάθε συλαλιά είναι πράμα τεχνητό, πως άρα μιλούνε μαζί ας είναι και δυο νομάτοι, πάντα ο ένας θα πάρη κάτι από τον άλλονε, πάντα θα πασκίση στην κουβέντα κάπως ναπομιμηθή και ξένη λαλιά.

Σαν είναι όμως η λαλιά ξένη, σα δε μου είναι φυσική, θα πη πως είναι τεχνητή λαλιά.

Τότες γιατί να κατηγορούμε την καθαρέβουσα; Γιατί να φωνάζουμε πως είναι ξένη, πως δεν είναι φυσική;

Περίεργο το ρώτημα! Ελάτε να το συλλογιστούμε μια στιγμούλα. Το παιδί που βάζει τα δυνατά του να προφέρη το ρ , ο άθρωπος που άθελα ή με σκοπό παίρνει λέξες ή παίρνει ήχους από άλλον άθρωπο, ο επαρχιώτης που γυρέβει να διορθώση την προφορά του, να μιλήση σαν τον Αθηναίο, αφτοί όλοι τι θα μιμηθούνε; θα μιμηθούνε γλώσσα ζωντανή, δηλαδή γλώσσα που μιλιέται σε κάποιο μέρος του κόσμου, γλώσσα που έχει πατρίδα, γλώσσα που γεννήθηκε με τον άθρωπο, γλώσσα που άμα σκαλίξης σε χάρτη γεωγραφικό, θα πης· Στον τάδε ή στον τάδε τόπο, τέτοια ή τέτοια γλώσσα ξέρουνε, η γλώσσα έχει τέτοια γραμματική, τέτοιους ήχους, τέτοιο τυπικό.

Η καθαρέβουσα όμως τι θα μιμηθή; Θα μιμηθή γλώσσα, ήχους, γραμματική, λέξες, τυπικό, που βρίσκουνται στα βιβλία.

Η διαφορά λοιπόν είναι αφτή, κ' είναι διαφορά που δε χωρατέβει. Εμείς γράφοντας τη δημοτική, τη ζωή θα μιμηθούμε — όπως τα παιδιά, όπως οι επαρχιώτες, όπως οι αθρώποι όλοι· η καθαρέβουσα θα μιμηθή μόνο τη νέκρα. Κι από γεννήσιο της αφτή μυρίζει νεκρίλα.

Το ίδιο μπορεί να πούμε και για την περίφημη τη διγλωσσία, που εδώ και μερικά χρόνια πάνε και ψάχνουν οι δασκάλοι, σ' όλους τους τόπους του κόσμου και σ' όλες τις εποχές της ιστορίας, για να μας μάθουνε τάχα πως κι αλλού, πως και σ' άλλα χρόνια, μια γλώσσα μιλούσανε και πως γράφανε μιαν άλλη, πως ο Ίπσεν είναι από τη Νορβηγία κι ωςτόσο γράφει τα δανικά, πως οι τραγικοί στις τραγωδίες τους βάζανε χορούς με δωρικά, πως οι Αττικοί στην καθεμερνή τους την κουβέντα μιλούσαν άλλη γλώσσα, μα πως γράφανε άλλη, πως είχανε λοιπόν κι αφτοί διγλωσσία κτλ. κτλ. κτλ.

Είναι τόντις ναπορήση κανένας πώς έρχουνται και μας λένε τέτοια πράματα. Πού και ποια διγλωσσία; Τα δανικά που γράφει ο Ίπσεν, είναι ή δεν είναι γλώσσα ζωντανή, γλώσσα που μιλιέται σ' ένα μέρος του κόσμου γνωστό, δηλαδή στη Δανία; Τα δωρικά που βάζανε οι τραγικοί στους χορούς τους είτανε ή δεν είτανε τότες ζωντανή γλώσσα; Τα δωρικά που ίσως ανακατέβανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα, είτανε ή δεν είτανε γλώσσα σε κείνα τα χρόνια; Λοιπόν τι κάθεστε και μας λέτε; Τι συγκρίνετε με την καθαρέβουσα — πολλή της η τιμή! — τον Ίπσεν και τους τραγικούς; Διγλωσσία έχουμε και στη δημοτική, σα γράφουμε αγαπούμε και σα γράφουμε αγαπάμε. Αγαπώμεν όμως δε γράφουμε, γιατί αφτό δε λέγεται πουθενά, γιατί αφτό πουθενά δεν είναι γλώσσα, γιατί, όπως κι ο Ίπσεν, όπως κ' οι τραγικοί, όπως κι άλλοι σ' άλλους τόπους, θα μιμηθούμε τη ζωή, όχι το θάνατο, σαν την καθαρέβουσα.

Κ' έτσι γίνεται θρούβαλα το υστερνό επιχείρημα του δασκαλισμού.

Κ' έτσι έχουμε το δικαίωμα, τη ζωή να μιμηθούμε, γράφοντας τεχνητή, μα ζωντανή γλώσσα.

Κ' η ζωντανή γλώσσα ποια είναι; Είναι η γλώσσα του λαού, που όσο κι αν τη χάλασε κι αν προσπάθησε να τη χαλάση η καθαρέβουσα, είναι ολοζώντανη η γραμματική της. Είναι βέβαιο, μάλιστα, είναι βέβαιο και λυπητερό πως η καθαρέβουσα μάς έβγαλε στη μέση ένα είδος μισή γλώσσα, ένα είδος μειξολαλιά , που λεν οι γλωσσολόγοι. Εμείς έχουμε τώρα να την ξαναφτειάξουμε στα βιβλία μας, τη γλώσσα του λαού. Εμείς έχουμε, όχι να κάμουμε, μα να ξανακάμουμε τη γλώσσα τη χαλασμένη. Πώς όμως; Να την κάμουμε του κεφαλιού μας; Ποιος το είπε αφτό; Αφτό οι δασκάλοι το κάνουνε, όχι εμείς που με σέβας, που με αγάπη, που με πατριωτισμό και με λατρεία, προσέχουμε στη γραμματική, προσέχουμε στο τυπικό, προσέχουμε στους ήχους του λαού, για να μιμηθούμε, στην τεχνητή μας γλώσσα — ναι! ας τη λένε, σα θέλουνε, και τεχνητή — τη γλώσσα που ζη και που μιλιέται.

Κι αλήθεια έτσι γίνεται σήμερις στα έργα τα φιλολογικά που βγαίνουνε μέρα την ημέρα. Πάρτε, ανοίξτε κανένα βιβλίο του Καρκαβίτσα, λόγου χάρη, τα Λόγια της Πλώρης , και διαβάστε· ορίστε τεχνητή γλώσσα που μιμιέται τη ζωντανή· ανεχτίμητος , σελ 44, σταύρωσες , σελ 54, 62, ο τάπητας , σελ 81, ανάτειλε (στο νου μου μια ιδέα), σελ 87, του Σωτήρα , σελ 93, κατάχρησες , σελ 107, φύλακας , σελ 141, ο έλικας βαποριού , σελ 144, συθέμελα , σελ 145, αγανάχτησι , σελ 150, ακροατές , σελ 151, χαραχτήρα , σελ 234, παράκλησες , σελ 265, πρόληψες , σελ 270, χερονομιώντας , σελ 272, συφοράς , σελ 276, το κεφάλι της Μέδουσας , σελ 280, κτλ. κτλ.

Ένα από τα δυο· ή λέει ο λαός, δηλαδή κ' οι γραμματισμένοι μαζί του, ανεχτίμητος, σταύρωσες, ο τάπητας, του Σωτήρα, ανάτειλε, κατάχρησες, ο φύλακας, ο έλικας, συθέμελα, αγανάχτηση, ακροατές, χαραχτήρα, παράκλησες, πρόληψες, χερονομώ, συμφοράς, Μέδουσας , — ή δεν τα λένε.

Αν τα λένε, θα πη πως η καθαρέβουσα του κάκου πολεμά και πως τους νεκρούς τους τύπους της, μια και τους μάθη ο λαός, αμέσως τους ζωντανέβει.

Α δεν τους λένε, θα πη πως τους έφτειαξε ο Καρκαβίτσας· πώς όμως θα του είτανε δυνατό να τους φτειάξη, χωρίς να μιμηθή τύπους ζωντανούς; Δεν πιστέβω, λ. χ., να είπε ποτέ κανένας Μέδουσας ή ελάχιστη (σελ 170){3} Μα μπορούσε καθένας να τα πη, και για τούτο μας φαίνουνται τόσο φυσικά, τόσο ζωντανά, σα μας τα λέει. Ποτέ της μάλιστα η καθαρέβουσα, ό τι κι αν κάμη, δε θα κατορθώση νάχη το φυσικό ύφος που έχει η δημοτική μας, όσο τεχνητή κι αν τη λένε.

Λοιπόν, όπως κι αν το πάρης, γράφοντας τους τύπους που είπαμε, ο Καρκαβίτσας ή κάθε άλλος μιμήθηκε τη ζωή, και τότες δε σημαίνει τίποτις ο όρος τεχνητή γλώσσα.

Εγώ μάλιστα θαρρώ πως έχει μεγάλο δίκιο σαν τα βάζει αυτά ο Καρκαβίτσας, και πως άδικο έχει σαν ανακατέβει καθαρέβουσες και δημοτική. Δεν το κάνει διόλου, για να μην είναι τάχα η γλώσσα του τεχνητή, αφού βλέπουμε πως με την τέχνη του ξέρει περίφημα να μιμηθή τη ζωή την ίδια, το κάνει, γιατί. . . δεν του μέλει. Τι να του μέλει για τέτοιες μικροδουλειές, ενός ποιητή σαν τον Καρκαβίτσα; Ο Καρκαβίτσας τη θάλασσα συλλογιέται, τους αφρούς και τις ομορφιές της, τους πάτους της τους απάτητους, τα πλεούμενα και τα πέλαγα. Τάλλα, τη γραμματική, τους τύπους, τα ηχολογικά, ταφίνει σε μας τους μικρούς, τους δασκάλους, τους γλωσσολόγους, που τι νοιώθουμε από θάλασσα, τι από πέλαγα, τι από ποίηση και τι από τέχνη;

Ωςτόσο θαρρώ πως μικροί και μεγάλοι, καλά θα κάμουμε να προσέχουμε. Σ' ένα μονάχα, δηλαδή στη γλώσσα, να μάθουμε την προσοχή, θα τη μάθουμε και σ' όλα τάλλα. Φοβούμαι μήπως κι ο φίλος μας ο Καρκαβίτσας πολύ πολύ δεν προσέχει. Κάποτε βάζει το ένα, κάποτε τάλλο, και να τονέ ρωτήξης, ο ίδιος, υποθέτω, δε θα ξέρη να σου πη. Γιατί άξαφνα, σελ 66, σου λέει πασχίζοντας (πασχίζοντας με χ, είναι τo δημοτικό, παντού στην Ελλάδα), αλλού πάλε, σελ 66, θα σου το πη πάσχουν να σελ 61. Βέβαια, εδώ και κει, θα σου φέρη με κάποια τέχνη και μια λέξη δασκάλικη — τα είπαμε κι αλλού — μα τυχαίνει κάποτε να σου φέρη κανέναν τύπο δασκαλικό και δίχως τέχνη, εκεί μάλιστα που ίσως θαρρεί πως είναι τέχνη να σου βάλη κ' ένα δασκαλισμό· λόγου χάρη, σελ 132, γράφει επροσκαλούσε , και στην ακόλουθη αράδα, επαρακάλει , γιατί θέλησε ναποφύγη δυο φορές αραδιαστά την κατάληξη — ούσε, προσκαλούσε, παρακαλούσε · κ' ίσα ίσα, με το να θελήση να την αποφύγη, μας τη θυμίζει, γιατί δεν έκαμε πομονή να το σιάξη, με τρόπο που να είναι η γλώσσα του ομαλή κ' έτσι κανένας να μη νοιώση τίποτις.